Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008

Χρηματοπιστωτική κρίση και δημοσιονομική πολιτική

Στυλιανός Λ. Πέτσας*

Η παγκόσμια οικονομία πλήττεται από τη μεγαλύτερη μεταπολεμική χρηματοπιστωτική κρίση. Οι κυβερνήσεις μεμονωμένα ή/και από κοινού αναζητούν το κατάλληλο μίγμα οικονομικής πολιτικής που θα οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση το συντομότερο δυνατό και με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η νομισματική πολιτική αντέδρασε ήδη ενώ είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί η χαλάρωσή της μέχρι να φανούν σαφή σημάδια ανάκαμψης. Ο δημόσιος διάλογος εμπλουτίζεται καθημερινά με προτάσεις διεξόδου από την κρίση, όμως, κάποιες από αυτές δεν βοηθούν ενώ μπορεί και να επιτείνουν τα μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα.

Πρώτον, «προτείνεται η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής». Υποστηρίζεται από πολλούς ότι εφόσον «το κράτος βρίσκει λεφτά για να σώσει τις τράπεζες», δεν μπορεί παρά να δράσει ανάλογα για να στηρίξει την πραγματική οικονομία, να αυξήσει τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, να χορηγήσει επιδοτήσεις σε ευαίσθητους κλάδους της οικονομίας, να αναλάβει το κόστος να επιδοτήσει τις θέσεις εργασίας ώστε να προλάβει έκρηξη της ανεργίας , να παγώσει τα διάφορων μορφών δάνεια καταβάλλοντας προφανώς το κόστος εξυπηρέτησης αυτών στις τράπεζες. Αντίθετα, οι ίδιοι δεν διευκρινίζουν ότι για να ασκηθεί επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να υπάρχει το αντίστοιχο περιθώριο ευελιξίας (fiscal space). Περιθώριο που μπορεί να υπάρχει σε χώρες του ΟΟΣΑ με υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα και ανύπαρκτο δημόσιο χρέος, όπως η Νορβηγία, αλλά που είναι εξαιρετικά περιορισμένο για χώρες όπως η Ελλάδα, που παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να έχει δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος άνω του 90% του ΑΕΠ. Αντίθετα, όταν η δημοσιονομική παρέμβαση κρίνεται αναγκαία, αυτή πρέπει να είναι «έγκαιρη, προσωρινή και στοχευμένη» (timely, temporary, targeted-3Ts). Εκτεταμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα, πέραν των ήδη νομοθετημένων μειώσεων των φορολογικών συντελεστών και ορισμένων «στοχευμένων» δαπανών (π.χ. Ταμείο Καταπολέμησης Φτώχειας), θα είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Ήδη, ακόμη και με τα σημερινά επίπεδα ελλείμματος και χρέους, η εκτίναξη των περιθωρίων (spreads) των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, επιβαρύνει τον κρατικό Π/Υ με σημαντικό επιπλέον κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Επιπλέον, όταν οι δημόσιες δαπάνες είναι ήδη υψηλές ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πιθανότερο ότι οριακά θα είναι μάλλον ατελέσφορες (inefficient). Μεσο-μακροπρόθεσμα τoν λογαριασμό θα κληθούν να τον πληρώσουν οι φορολογούμενοι πολίτες, που δυστυχώς λόγω της ακραίας αντικοινωνικής συμπεριφοράς της εκτεταμένης φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής, θα είναι ξανά οι πολίτες μικρού και μεσαίου εισοδήματος.

Δεύτερον, «προτείνεται η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων». Πρόκειται για το «ορθόδοξο επιχείρημα» ότι σε περιόδους ύφεσης οι κυβερνήσεις θα πρέπει να τονώσουν την οικονομία μέσω αύξησης των δαπανών για υποδομές. Η λύση αυτή απέδωσε για την έξοδο από το μεσοπολεμικό «κράχ», αλλά δεν είναι πάντα αποτελεσματική όπως απέδειξε η περίπτωση της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1990. Αντίθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο των υποδομών σε μια χώρα, οι επιπλέον ανάγκες σε υποδομές, καθώς και εάν η καθαρή παρούσα αξία αυτών των επενδύσεων είναι υπέρτερη έναντι άλλων ανταγωνιστικών χρήσεων. Επιπλέον, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων για να μας βοηθήσει να εξέλθουμε από την παρούσα κρίση προϋποθέτει την ύπαρξη «ώριμων» επενδυτικών σχεδίων, ώστε η επιτάχυνση υλοποίησής των να έχει άμεσα αποτελέσματα. Τέτοιες «έτοιμες επενδύσεις» που τις διαλέγεις από το «ράφι» είναι σπάνιες ακόμη και για χώρες όπως οι ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο, πόσο μάλλον για χώρες του μεσογειακού νότου. Αντίθετα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να επιλεγούν βιαστικά δημόσιες επενδύσεις με κριτήριο τις προτιμήσεις ισχυρών πολιτικών παραγόντων (pork barreling), αμφίβολου άμεσου ή μελλοντικού πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος για την κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, στη χώρα μας οι ήδη εγκεκριμένες επενδύσεις που συνδέονται με την υλοποίηση του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, αποτελούν ικανή ασφαλιστική δικλείδα και η τεχνητή διόγκωση τους μπορεί να υποβαθμίσει την ποιότητα των δημοσίων δαπανών και το επίπεδο απορροφητικότητας των κοινοτικών πόρων.

Τρίτον, «τονίζεται η επιστροφή του κράτους έναντι των αγορών». Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί διαμορφώνει το πλαίσιο της πολιτικής οικονομίας για την επόμενη δεκαετία, όμως δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο για κάθε αναπτυγμένο κράτος και δεν συνεπάγεται άκριτα «περισσότερο κράτος». Αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο σε χώρες που παρατηρήθηκε «μαζική αποχώρηση του κράτους» από τομείς όπως η κοινωνική ασφάλιση, η παιδεία ή η υγεία (π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο). Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, που υλοποιεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με σημαντική υστέρηση έναντι των εταίρων της στην ΕΕ ή στον ΟΟΣΑ, βασική προτεραιότητα παραμένει η σχετική μείωση του «κρατισμού» σε πολλούς τομείς (τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, ενέργεια, υγεία, παιδεία). Το γεγονός της υστέρησής μας, δίνει τη δυνατότητα να μάθουμε από τα λάθη των άλλων και να αναζητήσουμε τη δέουσα ισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεδομένου του σημείου εκκίνησης, η ισορροπία αυτή δεν θα πρέπει είναι σε βάρος του ιδιωτικού μήτε υπέρ της διατήρησης υπερβολικών ρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων και της ακαμψίας στην αγορά εργασίας.


*Σύμβουλος, Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον ΟΟΣΑ. Οι απόψεις του παρόντος άρθρου είναι αυστηρώς προσωπικές.

Το ως άνω άρθρο δημοσιεύθηκε, ελαφρά συντομευμένο, στην οικονομική εφημερίδα «Ημερησία» την 1η Δεκεμβρίου 2008.
Σχετικό link, http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12338&subid=2&pubid=4139105

Δεν υπάρχουν σχόλια: