Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2009

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας

Στυλιανός Λ. Πέτσας*

Ο ΟΟΣΑ δημοσίευσε την εξαμηνιαία έκθεσή του για τις οικονομικές προοπτικές στις 25 Νοεμβρίου 2008 (Economic Outlook 84). Ο ΟΟΣΑ δεν προβλέπει ύφεση της ελληνικής οικονομίας ούτε και έκρηξη της ανεργίας, όπως ορισμένα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν στην Ελλάδα.

Ο ΟΟΣΑ προβλέπει συρρίκνωση του ΑΕΠ για τις τριάντα χώρες μέλη του κατά -0,4% και για την ευρωζώνη -0,6% το 2009, ενώ για την Ελλάδα αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% το 2009. Το 2010 προβλέπεται σταδιακή ανάκαμψη, με αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% στον ΟΟΣΑ, 1,2% στην ευρωζώνη και 2,5% στην Ελλάδα. Για τη χώρα μας η μείωση των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ, από 4,0% και 3,2% το 2007 και το 2008 αντίστοιχα, συνιστά επιβράδυνση, όχι ύφεση. Χωρίς να παραγνωρίζονται τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, η επιβράδυνση δεν οφείλεται σε αυτά. Η επιβράδυνση οφείλεται στη μεγαλύτερη συγχρονισμένη μεταπολεμική οικονομική ύφεση των αναπτυγμένων οικονομικά κρατών, η οποία επηρεάζει σημαντικά και τις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη μειώνοντας την εξωτερική ζήτηση, ενώ ταυτόχρονα η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση μειώνει την εσωτερική ζήτηση και τις επενδύσεις λόγω της «πιστωτικής ασφυξίας» (credit crunch) που εξαπλώθηκε στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.

Ο πληθωρισμός αναμένεται να «κλείσει» το 2008 στο 4.5% και 3.4% σε Ελλάδα και ευρωζώνη αντίστοιχα, ενώ προβλέπεται να υποχωρήσει σημαντικά σε 2,7% και 2,4% στην Ελλάδα, έναντι 1,4% και 1,3% για την ευρωζώνη για το 2009 και 2010 αντίστοιχα. Η ανεργία εκτιμάται ότι θα αυξηθεί ελαφρά στη χώρα μας από 7,6% το 2008, σε 8,0% το 2009 και σε 8,2% το 2010. Αντίθετα, στην ευρωζώνη, η ανεργία θα κάνει άλμα από 7,4% το 2008, σε 8,6% το 2009 και σε 9,0% το 2010. Στο σχετικό διάγραμμα φαίνεται η διαφορά που κάλυψε η χώρα μας έναντι της ευρωζώνης και του ΟΟΣΑ τα τελευταία χρόνια παρά το σχετικά χαμηλό ποσοστό απασχόλησης, ιδίως των γυναικών, και παρά το γεγονός ότι έχει από τα χαμηλότερα στον ΟΟΣΑ ποσοστά μερικής απασχόλησης.
Το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών άγγιξε το 14% του ΑΕΠ το 2007 και προβλέπεται ότι θα διατηρηθεί στα επίπεδα του 13,2% μέχρι το 2010. Παρά το γεγονός αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι από το έλλειμμα του 2007, ποσό που αντιστοιχεί στο 6,4% περίπου του ΑΕΠ, οφείλεται στις καθαρές εισαγωγές πετρελαίου και στις επενδύσεις των ελλήνων πλοιοκτητών για την κατασκευή νέων πλοίων. Ο υποδιπλασιασμός των τιμών του πετρελαίου τους τελευταίους μήνες, λόγω της υψηλής πετρελαϊκής εξάρτησης της χώρας μας, θα μειώσει σημαντικά το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Το γεγονός αυτό, όμως, θα είναι πρόσκαιρο γιατί οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν ταχύτατα μόλις αρχίσουν να φαίνονται σημάδια ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου συνεχώς αυξάνει, ιδίως από τις αναδυόμενες οικονομίες, ενώ οι διεθνείς ενεργειακές επενδύσεις παραμένουν καθηλωμένες σε μη βιώσιμα επίπεδα.

Επομένως προβλέπεται από τον ΟΟΣΑ ότι, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας θα είναι πολλαπλάσιος του ΟΟΣΑ και της ευρωζώνης την τριετία 2008-2010, ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει σημαντικά προς όφελος των πραγματικών μισθών και η ανεργία, εάν συνυπολογιστεί το μέγεθος της παγκόσμιας κρίσης, θα συγκρατηθεί σε λογικά επίπεδα. Συνεπώς, η πορεία της πραγματικής σύγκλισης (σε όρους κατά κεφαλήν ΑΕΠ), παρά την παγκόσμια κρίση, όχι μόνο συνεχίζεται αλλά και επιταχύνεται. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι εάν η ελληνική οικονομία εμφανίζει ανθεκτικότητα στην κρίση, αλλά εάν διαθέτει την απαραίτητη ευρωστία για να συνεχίσει μακροπρόθεσμα να αναπτύσσεται με ρυθμούς ταχύτερους από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της ευρωζώνης. Η απάντηση είναι καταφατική, αρκεί να προχωρήσουμε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώστε να καταστήσουμε λιγότερο άκαμπτες τις αγορές εργασίας και προϊόντων, φροντίζοντας ταυτόχρονα η δημοσιονομική πολιτική να είναι συμβατή με το στόχο της μακροχρόνιας βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών. Αντίθετα, η απάντηση θα είναι αρνητική εάν κάθε φορά που δημοσιεύεται μια έκθεση ενός διεθνούς οργανισμού, αναλωνόμαστε σε «καταστροφολογία» χωρίς να αναλαμβάνουμε τις πρωτοβουλίες που θα φέρουν τη χώρα μας εκεί που της αρμόζει στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη οικονομία.

*Σύμβουλος, Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον ΟΟΣΑ. Οι απόψεις του παρόντος άρθρου είναι αυστηρώς προσωπικές.


Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στην "Οικονομική Καθημερινή της Κυριακής", την 14η Δεκεμβρίου 2008. Σχετικό link http://wwk.kathimerini.gr/kath/edition/2008/14-12-2008.pdf

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

Χρηματοπιστωτική κρίση και δημοσιονομική πολιτική

Στυλιανός Λ. Πέτσας*

Η παγκόσμια οικονομία πλήττεται από τη μεγαλύτερη μεταπολεμική χρηματοπιστωτική κρίση. Οι κυβερνήσεις μεμονωμένα ή/και από κοινού αναζητούν το κατάλληλο μίγμα οικονομικής πολιτικής που θα οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση το συντομότερο δυνατό και με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η νομισματική πολιτική αντέδρασε ήδη ενώ είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί η χαλάρωσή της μέχρι να φανούν σαφή σημάδια ανάκαμψης. Ο δημόσιος διάλογος εμπλουτίζεται καθημερινά με προτάσεις διεξόδου από την κρίση, όμως, κάποιες από αυτές δεν βοηθούν ενώ μπορεί και να επιτείνουν τα μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα.

Πρώτον, «προτείνεται η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής». Υποστηρίζεται από πολλούς ότι εφόσον «το κράτος βρίσκει λεφτά για να σώσει τις τράπεζες», δεν μπορεί παρά να δράσει ανάλογα για να στηρίξει την πραγματική οικονομία, να αυξήσει τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, να χορηγήσει επιδοτήσεις σε ευαίσθητους κλάδους της οικονομίας, να αναλάβει το κόστος να επιδοτήσει τις θέσεις εργασίας ώστε να προλάβει έκρηξη της ανεργίας , να παγώσει τα διάφορων μορφών δάνεια καταβάλλοντας προφανώς το κόστος εξυπηρέτησης αυτών στις τράπεζες. Αντίθετα, οι ίδιοι δεν διευκρινίζουν ότι για να ασκηθεί επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να υπάρχει το αντίστοιχο περιθώριο ευελιξίας (fiscal space). Περιθώριο που μπορεί να υπάρχει σε χώρες του ΟΟΣΑ με υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα και ανύπαρκτο δημόσιο χρέος, όπως η Νορβηγία, αλλά που είναι εξαιρετικά περιορισμένο για χώρες όπως η Ελλάδα, που παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να έχει δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ και δημόσιο χρέος άνω του 90% του ΑΕΠ. Αντίθετα, όταν η δημοσιονομική παρέμβαση κρίνεται αναγκαία, αυτή πρέπει να είναι «έγκαιρη, προσωρινή και στοχευμένη» (timely, temporary, targeted-3Ts). Εκτεταμένες δημοσιονομικές παρεμβάσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα, πέραν των ήδη νομοθετημένων μειώσεων των φορολογικών συντελεστών και ορισμένων «στοχευμένων» δαπανών (π.χ. Ταμείο Καταπολέμησης Φτώχειας), θα είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος και του χρέους με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Ήδη, ακόμη και με τα σημερινά επίπεδα ελλείμματος και χρέους, η εκτίναξη των περιθωρίων (spreads) των ελληνικών ομολόγων έναντι των γερμανικών, επιβαρύνει τον κρατικό Π/Υ με σημαντικό επιπλέον κόστος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Επιπλέον, όταν οι δημόσιες δαπάνες είναι ήδη υψηλές ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι πιθανότερο ότι οριακά θα είναι μάλλον ατελέσφορες (inefficient). Μεσο-μακροπρόθεσμα τoν λογαριασμό θα κληθούν να τον πληρώσουν οι φορολογούμενοι πολίτες, που δυστυχώς λόγω της ακραίας αντικοινωνικής συμπεριφοράς της εκτεταμένης φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής, θα είναι ξανά οι πολίτες μικρού και μεσαίου εισοδήματος.

Δεύτερον, «προτείνεται η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων». Πρόκειται για το «ορθόδοξο επιχείρημα» ότι σε περιόδους ύφεσης οι κυβερνήσεις θα πρέπει να τονώσουν την οικονομία μέσω αύξησης των δαπανών για υποδομές. Η λύση αυτή απέδωσε για την έξοδο από το μεσοπολεμικό «κράχ», αλλά δεν είναι πάντα αποτελεσματική όπως απέδειξε η περίπτωση της Ιαπωνίας τη δεκαετία του 1990. Αντίθετα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο των υποδομών σε μια χώρα, οι επιπλέον ανάγκες σε υποδομές, καθώς και εάν η καθαρή παρούσα αξία αυτών των επενδύσεων είναι υπέρτερη έναντι άλλων ανταγωνιστικών χρήσεων. Επιπλέον, η αύξηση των δημοσίων επενδύσεων για να μας βοηθήσει να εξέλθουμε από την παρούσα κρίση προϋποθέτει την ύπαρξη «ώριμων» επενδυτικών σχεδίων, ώστε η επιτάχυνση υλοποίησής των να έχει άμεσα αποτελέσματα. Τέτοιες «έτοιμες επενδύσεις» που τις διαλέγεις από το «ράφι» είναι σπάνιες ακόμη και για χώρες όπως οι ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο, πόσο μάλλον για χώρες του μεσογειακού νότου. Αντίθετα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να επιλεγούν βιαστικά δημόσιες επενδύσεις με κριτήριο τις προτιμήσεις ισχυρών πολιτικών παραγόντων (pork barreling), αμφίβολου άμεσου ή μελλοντικού πολλαπλασιαστικού αποτελέσματος για την κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, στη χώρα μας οι ήδη εγκεκριμένες επενδύσεις που συνδέονται με την υλοποίηση του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, αποτελούν ικανή ασφαλιστική δικλείδα και η τεχνητή διόγκωση τους μπορεί να υποβαθμίσει την ποιότητα των δημοσίων δαπανών και το επίπεδο απορροφητικότητας των κοινοτικών πόρων.

Τρίτον, «τονίζεται η επιστροφή του κράτους έναντι των αγορών». Η διαπίστωση αυτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί διαμορφώνει το πλαίσιο της πολιτικής οικονομίας για την επόμενη δεκαετία, όμως δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο για κάθε αναπτυγμένο κράτος και δεν συνεπάγεται άκριτα «περισσότερο κράτος». Αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο σε χώρες που παρατηρήθηκε «μαζική αποχώρηση του κράτους» από τομείς όπως η κοινωνική ασφάλιση, η παιδεία ή η υγεία (π.χ. ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο). Αντίθετα, σε χώρες όπως η Ελλάδα, που υλοποιεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με σημαντική υστέρηση έναντι των εταίρων της στην ΕΕ ή στον ΟΟΣΑ, βασική προτεραιότητα παραμένει η σχετική μείωση του «κρατισμού» σε πολλούς τομείς (τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, ενέργεια, υγεία, παιδεία). Το γεγονός της υστέρησής μας, δίνει τη δυνατότητα να μάθουμε από τα λάθη των άλλων και να αναζητήσουμε τη δέουσα ισορροπία μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Δεδομένου του σημείου εκκίνησης, η ισορροπία αυτή δεν θα πρέπει είναι σε βάρος του ιδιωτικού μήτε υπέρ της διατήρησης υπερβολικών ρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων και της ακαμψίας στην αγορά εργασίας.


*Σύμβουλος, Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον ΟΟΣΑ. Οι απόψεις του παρόντος άρθρου είναι αυστηρώς προσωπικές.

Το ως άνω άρθρο δημοσιεύθηκε, ελαφρά συντομευμένο, στην οικονομική εφημερίδα «Ημερησία» την 1η Δεκεμβρίου 2008.
Σχετικό link, http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12338&subid=2&pubid=4139105

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2008

Σκοπός

Σκοπός του παρόντος ιστολογίου είναι ο εμπλουτισμός της δημόσιας συζήτησης για τις οικονομικές διαστάσεις των δημοσίων πολιτικών στην Ελλάδα, μέσω της παρουσίασης και ανάλυσης θεμάτων που άπτονται της πολιτικής οικονομίας, της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και των διαρθρωτικών πολιτικών.

Προκειμένου να καταστεί αυτό δυνατό, θα αναρτώνται προσωπικά άρθρα γνώμης και αναλύσεις, καθώς και οικονομικές προβλέψεις στηριζόμενες σε οικονομικά στοιχεία και εκθέσεις εθνικών και διεθνών οργανισμών. Στο πλαίσιο ουσιαστικής δημόσιας συζήτησης ενθαρύνεται η ανάρτηση σχολίων από τους επισκέπτες αυτού του ιστολογίου.